Κωνσταντίνος Δαμίγος
Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών
ΒΕΑ, ένα κοινό σπίτι για τους επαγγελματίες
“Να πάμε μαζί χέρι – χέρι, να συζητήσουμε, να σχεδιάσουμε, να υλοποιήσουμε. Μόνος του ο καθένας είναι στο σκοτάδι”
Συνέντευξη στην Κατερίνα Σπανούδη
Ο κύριος Κωνσταντίνος Δαμίγος είναι Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών από το 2024. Μετά την εκλογή του τέθηκε σε εφαρμογή η προσπάθεια για μία νέα διοίκηση με διαφορετική φιλοσοφία ως προς τις δράσεις και την πολιτική, και ο ίδιος μας ανέφερε πως η στόχευση στράφηκε στην επαφή με τον κάθε κλάδο ξεχωριστά, σε μία προσπάθεια πιο άμεσης και ουσιαστικής επικοινωνίας. Ταυτόχρονα, μεγάλη σημασία για εκείνον έχουν οι φρέσκες και καινούργιες ιδέες των νέων επαγγελματιών, τους οποίους φροντίζει να προσεγγίζει, να ενημερώνει, και να παροτρύνει να αναλάβουν δράση.
Μαζί, κάναμε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για λιγότερο και περισσότερο δύσκολα ζητήματα, η οποία αποτέλεσε απόδειξη ότι τόσο το επιμελητήριο ως φορέας όσο και ο κύριος Δαμίγος ως Πρόεδρος, βρίσκονται εδώ για το κοινό συμφέρον όλων των επαγγελματιών.
Κύριε Δαμίγο, είστε Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών από το 2024. Μιλήστε μας λίγο για το ΒΕΑ, αλλά και για τη δική σας, προσωπική πορεία.
Λοιπόν, συνολικά στη χώρα έχουμε 59 επιμελητήρια, από τα οποία τα 3 είναι αμιγή, δηλαδή εστιάζουν αποκλειστικά στους βιοτεχνικούς κλάδους. Αυτά είναι το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, και του Πειραιά. Της Αθήνας είναι το μεγαλύτερο με περίπου 37.000 μέλη από μεταποιητικές επιχειρήσεις και τεχνικά και χειροτεχνικά επαγγέλματα. Επίσης, υπάρχει η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος (Κ.Ε.Ε.Ε), που στην ουσία είναι η κεφαλή και των 59 επιμελητηρίων και στην οποία τυγχάνει να είμαι γενικός γραμματέας.
Ουσιαστικά η ενασχόληση με τα κοινά είναι κάτι που μου άρεσε από πάντα και περίπου πριν 30 χρόνια εκλέχτηκα για πρώτη φορά στο σύνδεσμο ηλεκτρολόγων. Μετά από αυτό γαλουχήθηκα στο Σωματείο, την Ομοσπονδία, τη ΓΣΕΒΕΕ και το 2011 κατέβηκα υποψήφιος στο Επιμελητήριο για σύμβουλος. Είχαμε μια πολύ δυνατή εκλογή, η οποία με έφερε Αντιπρόεδρο, όπως και παρέμεινα μέχρι το 2024 που έγινα Πρόεδρος. Δεν έχει ξαναπάρει ηλεκτρολόγος εγκαταστάτης προεδρία Επιμελητηρίου.
Από τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο ΒΕΑ ποιος είναι ο όγκος των επιχειρήσεων αργυροχρυσοχοΐας και με ποιόν/ποιους έρχεστε σε επαφή για τα ζητήματα του κλάδου;
Οι επιχειρήσεις αργυροχρυσοχοΐας που είναι μέλη μας αριθμούν τις 1.430.Τα μέλη του ΒΕΑ είναι οι ίδιοι οι αργυροχρυσοχόοι, και όχι τα συνδικαλιστικά όργανα. Βέβαια, προκειμένου να πάρουμε την ώσμωση του κλάδου, δεν μπορούμε να μιλάμε με τον κάθε αργυροχρυσοχόο ξεχωριστά, κι έτσι ερχόμαστε σε επαφή με τον τοπικό σύλλογο, το Σύλλογο Αργυροχρυσοχόων Αθηνών, και φυσικά με την Ομοσπονδία που γνωρίζει τα θέματα όλης της χώρας. Από εκεί και πέρα, η πόρτα μας είναι ανοιχτή και σε άλλους συλλόγους, όπως αυτόν του Πειραιά, αλλά και σε όποιον επαγγελματία θέλει να μας επικοινωνήσει κάποιο προσωπικό του ζήτημα. Έτσι κι αλλιώς στόχος μας είναι να μιλάμε και να παίρνουμε όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες για την ώσμωση των κλάδων. Από τους επαγγελματίες και τα συλλογικά τους όργανα μαθαίνουμε τα προβλήματα του κλάδου, τι ζητάνε και πού χρειάζονται τη βοήθειά μας.
Τι σας μεταφέρουν; Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην αργυροχρυσοχοΐα;
Τα κυρίαρχα προβλήματα του κλάδου είναι το δέκα τοις εκατό στη φορολογία, το πολύ ακριβό μέταλλο που έχουν όλοι οι επαγγελματίες ως πρώτη ύλη και η έλλειψη καλών τεχνιτών, ως αποτέλεσμα και της έλλειψης σχολών.
Χρειάζεται λοιπόν να βγούμε στην κοινωνία, να μιλήσουμε για αυτή τη σπουδαία τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας αλλά και όποιοι από εμάς είναι γονείς, να ακούσουμε πιο προσεκτικά αποτινάσσοντας τυχόν προκαταλήψεις ως προς τα τεχνικά επαγγέλματα. Σαφέστατα υπάρχει πρόβλημα και με το τυποποιημένο, το βιομηχανοποιημένο προϊόν, όμως αυτό και το χειροποίητο είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το χειροποίητο κόσμημα αποτελεί μια τέχνη εκατοντάδων ετών και πρέπει να στηριχθεί περισσότερο από την Πολιτεία, σε συνδυασμό με τη δική μας βοήθεια. Είναι άδικο να χαθεί μία τέτοια τέχνη, ένα τέτοιο προϊόν, που σε βγάζει στα πέρατα του κόσμου.
Τι δράσεις ή προτάσεις ετοιμάζετε ως Επιμελητήριο για κάποιο ή κάποια από αυτά τα θέματα;
Σίγουρα είναι αναγκαίο να γίνουν καμπάνιες, ενημερώσεις και δράσεις, που θα αφομοιώνουν και θα προάγουν την τεράστια αξία της αργυροχρυσοχοΐας.
Εμείς κάναμε μία δυνατή πρώτη επαφή σαν επιμελητήριο με την Ομοσπονδία και το Σύλλογο Αθηνών. Συμμετείχαμε στην 38η έκθεση Athens International Jewellery Show φιλοξενώντας μέλη μας, και είμαστε ανοιχτοί να ακούσουμε τι χρειάζονται από εμάς οι επαγγελματίες και ο κλάδος.
Επίσης, σχετικά με το κομμάτι της εκπαίδευσης έχουμε μνημόνιο συνεργασίας σαν επιμελητήριο με τη ΔΥΠΑ, που ουσιαστικά σημαίνει ότι ανταλλάσσουμε άμεσα απόψεις και μπορούμε να οργανώνουμε κοινές δράσεις. Έχουμε δηλαδή μια πιο άμεση επικοινωνία και επαφή, αλλά από εκεί και πέρα χρειαζόμαστε και τη βούληση του κλάδου, της Ομοσπονδίας και των συνδικαλιστικών οργάνων. Να πάμε μαζί χέρι – χέρι, να συζητήσουμε, να σχεδιάσουμε, να υλοποιήσουμε. Μόνος του ο καθένας είναι στο σκοτάδι.
Έχετε αναφέρει ότι τα Επιμελητήρια είναι στην ουσία σύμβουλοι του κράτους, και ότι η Πολιτεία θα έπρεπε να νομοθετεί με τα Επιμελητήρια στο τραπέζι. Θέλετε να μας αναπτύξετε λίγο τις σκέψεις σας πάνω σε αυτό;
Φυσικά. Λοιπόν εμείς ως Επιμελητήριο είμαστε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δηλαδή στην ουσία δημόσιος οργανισμός. Ο ρόλος ύπαρξης των επιμελητηρίων είναι συμβουλευτικός ως προς το κράτος, και όχι συνδικαλιστικός, που σημαίνει ότι η εκάστοτε κυβέρνηση όταν πάει να νομοθετήσει πρέπει να παίρνει την ώσμωση τουλάχιστον από την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων. Για να καταλάβετε, σε όλη τη Βόρεια Ευρώπη πριν νομοθετήσει το εκάστοτε Υπουργείο, συμβουλεύεται τα Επιμελητήρια τα οποία μεταφέρουν τις ανάγκες του κάθε κλάδου. Κράτος και επιμελητήρια λοιπόν, σχεδιάζουν μαζί τα νομοσχέδια, σε αντίθεση με εδώ.
Και αξίζει να σημειωθεί ότι ως επιμελητήρια όποτε ζητάμε κάτι, το τεκμηριώνουμε πλήρως. Γίνεται ολιστική έρευνα, όχι μόνο για συγκεκριμένους κλάδους, αλλά γενικά για το εμπόριο, την κατασκευή, τη χονδρική. Δεν επικροτούμε όλα τα αιτήματα αν δεν κρίνουμε πως θα βοηθήσουν ολιστικά την ανάπτυξη των επιχειρήσεων.
Αυτός ο αποκλεισμός των επιμελητηρίων από τη νομοθετική διαδικασία συνέβαινε πάντα στην Ελλάδα;
Ανέκαθεν. Σχεδόν από πάντα οι αντιπολιτεύσεις είναι φιλικές προς τα εμάς και όταν γίνονται κυβέρνηση αλλάζουν. Ανεξαρτήτου κομματικής ταυτότητας, γιατί σαφέστατα όλοι ανήκουμε κάπου πολιτικά, αλλά η αρχή μου είναι ότι όταν κρατάς το τιμόνι του Επιμελητηρίου, την κομματική σου ταυτότητα την αφήνεις απ’ έξω. Εδώ ανήκεις μόνο στους βιοτέχνες και πουθενά αλλού. Καμία κομματική, καμία πολιτική παρέμβαση, προασπίζεσαι το συμφέρον των βιοτεχνών του εκάστοτε κλάδου.
Οπότε ποια είναι ουσιαστικά η δική σας δύναμη στην παρούσα κατάσταση;
Η δική μας δύναμη είναι οι ανταποδοτικές υπηρεσίες ως προς τα μέλη μας. Δεκάδες ανταποδοτικές υπηρεσίες σχετικά με την εκπαίδευση, την αδειοδότηση, τη νομική υποστήριξη, τη συμβουλευτική, το mentoring, τη συμβουλευτική για το συνταξιοδοτικό και πολλές ακόμα. Όπως συνηθίζω να λέω, το Επιμελητήριο είναι ένα σούπερ μάρκετ με δωρεάν προϊόντα που μπορεί ο κάθε επαγγελματίας - μέλος να μπει και να τα πάρει, γιατί τα δικαιούται, είναι δικά του. Εμείς την πολύ μικρή συνδρομή που παίρνουμε - που και αυτή δεν είναι υποχρεωτική - την ανταποδίδουμε στα μέλη μας, για παράδειγμα μέσα από συμμετοχές σε εκθέσεις φιλοξενώντας τις επιχειρήσεις μας, και προσπαθώντας να στηρίξουμε με κάθε δυνατό μέσο το επιχειρείν και τη μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση.
Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι αφενός ως δημόσιος οργανισμός ελεγχόμαστε στα πάντα (στον προϋπολογισμό και σε όλες τις δραστηριότητες), αφετέρου είμαστε αυτοχρηματοδοτούμενοι. Η εργασία του Προέδρου και του διοικητικού συμβουλίου είναι εθελοντική, δεν παίρνουμε τίποτα από την κεντρική κυβέρνηση και κάθε δράση μας στηρίζεται αποκλειστικά στις συνδρομές των μελών μας.
Έναν από τους μεγαλύτερους βραχνάδες για τον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας αποτελεί ο φόρος πολυτελείας 10%, που επιβάλλεται σε κοσμήματα και είδη αργυροχρυσοχοΐας αξίας 1.000 ευρώ και πάνω. Ποια είναι η θέση του Επιμελητηρίου απέναντι στο πάγιο αίτημα του κλάδου για κατάργηση αυτού του φόρου, και σε ποιες δράσεις έχετε προβεί;
Η θέση του Επιμελητηρίου για το φόρο πολυτελείας είναι ξεκάθαρη: πρόκειται για έναν άδικο μνημονιακό φόρο, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Επιβλήθηκε το 2010 ως έκτακτο εισπρακτικό μέτρο, και ενώ τα μνημόνια θεωρητικά και πρακτικά πέρασαν, ο φόρος παραμένει με αποτέλεσμα ο κλάδος και τα προϊόντα να γίνονται μη ανταγωνιστικά ως προς τους συναδέλφους σε άλλες χώρες.
Χαρακτηριστικά, μέσα από πολλές συζητήσεις που έχουμε κάνει με ταξιδιωτικά γραφεία που κλείνουν κρουαζιέρες, έχουμε μάθει πως οι τουρίστες της κρουαζιέρας δεν ψωνίζουν κόσμημα από την Ελλάδα, ακριβώς λόγω αυτού του 10%, και προτιμούν να ψωνίζουν φθηνότερα από τις γειτονικές μας χώρες.
Πλέον έχει αποδειχθεί ότι ο φόρος πολυτελείας δε συμβάλλει στα εισπρακτικά έσοδα του κράτους, αλλά αντίθετα αποτελεί τροχοπέδη. Σύμφωνα με έρευνες, η κατάργησή του θα σημαίνει αύξηση των πωλήσεων και συνεπώς των εθνικών εσόδων.
Εμείς ως επιμελητήριο έχουμε μιλήσει με τα συναρμόδια υπουργεία, έχουμε στείλει επιστολές, έχουμε κάνει συναντήσεις και δεν θα σταματήσουμε να το κάνουμε, τεκμηριωμένα και σε συνάρτηση πάντα με τον κλάδο. Ευελπιστούμε να μας ακούσουν.
Θεωρείτε ότι εφαρμόζεται το Σχέδιο Πισσαρίδη;
Πιστεύω ακράδαντα ότι εφαρμόζουμε κατά γράμμα το δόγμα Πισσαρίδη. Έχει φτιαχτεί έκθεση ότι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι ζημιά για τη χώρα και είμαστε στη διαδικασία εφαρμογής ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου.
Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί ενοχλεί η μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση, αφού στην Ελλάδα σχεδόν το ενενήντα εννιά τοις εκατό είναι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς όρους. Αυτές είναι οι επιχειρήσεις που φέρνουν θέσεις εργασίας, συνεισφέρουν στο ΑΕΠ, και κρατούν τη χώρα ζωντανή.
Ειδικά οι παραγωγικές επιχειρήσεις είναι αυτές που φέρνουν πραγματικό πλούτο στη χώρα, καθώς συνδέονται άρρηκτα με την υπεραξία των προϊόντων. Για παράδειγμα, αν φτιαχτεί ένα παπούτσι μέσα στη χώρα θα δουλέψει ο κτηνοτρόφος που έχει το ζώο, το βυρσοδεψείο, ο υποδηματοποιός, ο έμπορος, ο μεταφορέας, και όλο αυτό το χρήμα θα μείνει στη χώρα, θα συνεχίσει να κυκλοφορεί και το κράτος θα εισπράττει κανονικά. Αντίθετα, με την εισαγωγή ενός προϊόντος και τη μετέπειτα πώλησή του, μένει στη χώρα μόνο το εμπορικό του κέρδος.
Άρα πρέπει να στηρίξουμε πάση θυσία τη μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση και ειδικά τη μεταποιητική.
Είναι γνωστό ότι ως επιμελητήριο έχετε στηρίξει επανειλημμένα την πρόταση για ρυθμίσεις οφειλών περισσότερων δόσεων, όπως αυτή των 120 δόσεων. Με ποιους τρόπους θα δώσει «ζωή» στις μικρές επιχειρήσεις η εφαρμογή μιας πιο ευνοϊκής ρύθμισης;
Πολύ μεγάλο κομμάτι. Είναι επιτακτική ανάγκη να ξαναέρθει η επαναφορά των εκατόν είκοσι δόσεων με μείωση των πρόσθετων οφειλών, των επιτοκίων και των προσαυξήσεων. Δε γίνεται με εικοσιτέσσερις δόσεις κάποιος που χρωστάει να ρυθμίσει, να πληρώνει τις ρυθμίσεις και να πληρώνει και τα τρέχοντα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από την 1η Μαρτίου περίπου 400.000 επαγγελματίες μικροί και πολύ μικροί έχασαν την ασφαλιστική τους ικανότητα για μόλις 100 ευρώ. Αυτό σημαίνει λιγότερη πρόσβαση σε εξετάσεις, φάρμακα και βασικές υπηρεσίες, σημαίνει αποκλεισμό από το ανθρώπινο δικαίωμα της πλήρους πρόσβασης στην υγεία. Μιλάμε για ανθρώπους που κράτησαν όρθια την οικονομία μέσα σε κρίσεις και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με κάτι αδιανόητο. Είναι τραγικό ότι το όριο για να χάσεις την ασφαλιστική σου ικανότητα είναι τόσο μικρό, τη στιγμή που οι ρυθμίσεις οφειλών έχουν συμπυκνωθεί τόσο.
Πρέπει να λοιπόν αυξηθεί το όριο της ασφαλιστικής ικανότητας και να εφαρμοστεί μια γενναία ρύθμιση εκατόν είκοσι δόσεων, για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να επανέλθουν και να αρχίσουν τα κρατικά ταμεία να εισπράττουν.
Τι μπορεί να κάνει το επιμελητήριο για την επίσπευση αυτής της πρότασης;
Το επιμελητήριο κάνει υπομνήματα, μελέτες, χτυπάει τις πόρτες και ως απάντηση λαμβάνει φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Η τελευταία απάντηση που λάβαμε σχετικά με το θέμα μιας ευνοϊκότερης ρύθμισης ήταν «Το επιχειρήσαμε αλλά δεν πέτυχε μέσα στον Covid». Κι όμως, πέτυχε. Γιατί όσες επιχειρήσεις ρυθμίσανε, έστω και τότε, σήμερα διατηρούν ακόμα τις ρυθμίσεις και πληρώνουν. Επίσης, το 80% των οφειλών είναι μέχρι 30.000 ευρώ, ενώ 7 στις 10 είναι μέχρι 15.000 ευρώ. Άρα μία καλή ρύθμιση, εννοείται ότι θα αναζωογονήσει μία επιχείρηση για να μπορέσει να συνεχίσει αλλά και να ρυθμίσει τα χρέη της. Μου αρέσει να λέω το εξής παράδειγμα: Χρωστάνε χίλιες επιχειρήσεις και ρυθμίζουν, και από αυτές συνεχίζουν οι τετρακόσιες. Ένα τελείως απαισιόδοξο νούμερο. Όμως, και πάλι, δε σώθηκαν έστω τετρακόσιες επιχειρήσεις που θα έβαζαν λουκέτο και «ούκ λαβών εκ του μη έχοντος»;
Συνεπώς, αν δεν αλλάξουν οι πολιτικές και αν δεν πιστέψουμε στην οικονομική δημοκρατία, τα πράγματα δεν θα είναι καλά.
Τι σημαίνει η οικονομική δημοκρατία;
Η οικονομική δημοκρατία σημαίνει ότι δεν είναι όλα οριζόντια. Δεν υπάρχουν οι ίδιες απαιτήσεις προς μια μικρή και προς μια μεγάλη επιχείρηση. Για παράδειγμα, δεν γίνεται να υπάρχει ίδιο ποσοστό φορολόγησης για όλους. Πρέπει να υπάρξει διαβάθμιση: Άλλο να πληρώνουν τα Ελληνικά Πετρέλαια και άλλο ο μικρός βενζινάς. Άλλο να πληρώνει ο μεγάλος κοσμηματοπώλης που έχει μια πολυεθνική ή είναι τεράστιος και κάνει πέντε εκατομμύρια τζίρο και άλλο αυτός που οριακά βγάζει το μεροκάματό του. Δε λέμε φυσικά ότι είμαστε κατά του επιχειρείν, ίσα ίσα όσο κάποιος μεγαλώνει εμείς είμαστε εδώ για να τον στηρίξουμε. Αλλά χρειαζόμαστε όλοι την οικονομική δημοκρατία. Ξέρετε, αν μία μεγάλη επιχείρηση θελήσει να μπει σε ένα χρηματοδοτικό έργο ή σε ένα ΕΣΠΑ, πριν καν καταθέσει όλα τα απαραίτητα χαρτιά, θα έχει την έγκριση για να πάρει τα χρήματα. Αντίθετα, ένα πολύ μεγάλο μέρος μικρών και πολύ μικρών επιχειρηματιών δεν περνάνε ούτε έξω από την τράπεζα.
Οπότε για ποια δημοκρατία μιλάμε; Δεν είναι καθόλου η ίδια αντιμετώπιση.
Κύριε Δαμίγο ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Θα ήθελα να πω ότι αυτό που παλεύουμε τα τελευταία χρόνια και έχει γίνει πλέον στόχος ζωής, είναι η αδειοδότηση των μη αδειοδοτημένων επαγγελμάτων. Μία προσπάθεια που ξεκίνησε το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας σε συνεργασία με τη ΓΣΕΒΕΕ και στη συνέχεια εντάχθηκαν και τα άλλα δύο Βιοτεχνικά Επιμελητήρια της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά. Ξέρετε, στην Ευρώπη είναι περίπου ογδόντα επαγγέλματα αδειοδοτημένα και στην Ελλάδα μόνο εφτά.
Η αδειοδότηση είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί θωρακίζει έναν κλάδο και καθορίζει τις ακριβείς προδιαγραφές εξάσκησης ενός επαγγέλματος, κάτι που ειδικά στα χειροτεχνικά επαγγέλματα δεν υπάρχει. Τίθενται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις κι έτσι κάποιος ξέρει τι πρέπει να κάνει για να γίνει παραδείγματος χάριν χρυσοχόος: να έχει τελειώσει την τάδε σχολή και να έχει δουλέψει και σε ένα εργαστήριο έξι μήνες, ένα χρόνο, ανάλογα.
Έτσι το επάγγελμα γίνεται πιο συμπαγές, έχει ένα πιο δυνατό πλαίσιο εργασίας, καλύτερο προϊόν, καταπολέμηση της μαύρης εργασίας, της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Οι νέοι νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια στις επιλογές τους και κατ’ επέκταση μειώνεται η κοινωνική απαξίωση ως προς τα «ανειδίκευτα» επαγγέλματα.
Οκτώ χρόνια τώρα παλεύουμε αυτή την αδειοδότηση, έχουμε τις υπογραφές όλων των κλάδων, έχουμε φτιάξει ένα νόμο-πλαίσιο, το έχουμε καταθέσει στα υπουργεία, είμαστε σε διαβουλεύσεις. Δεν είναι δηλαδή κάτι φρέσκο, και θεωρητικά πλησιάζουμε πλέον στο τέλος.
Αν το καταφέρουμε θεωρώ ότι θα είναι από τα μεγάλα επιτεύγματα. Είμαστε αισιόδοξοι και παραμένουμε στη διάθεση των επαγγελματιών που μας χρειάζονται. Το επιμελητήριό μας είναι ανοιχτό σε δράσεις και νέες ιδέες.




